ἀφανής

ἀ|φανής, ἐς неявный, невидимый, тайный

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἀφανής" в других словарях:

  • ἀφανής — unseen masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αφανής — ές (AM ἀφανής, ές) 1. αυτός που δεν είναι ορατός, που δεν φαίνεται, ο αθέατος 2. άσημος, μη ένδοξος, μη φημισμένος αρχ. 1. (για στρατιώτες) αυτός του οποίου το πτώμα δεν βρέθηκε μετά τη μάχη 2. αόρατος, κρυμμένος, ακατάληπτος, μυστικός 3.… …   Dictionary of Greek

  • αφανής — ής, ές γεν. ούς, αιτ. ή, πληθ. ουδ. ή 1. αυτός που δε φαίνεται, αόρατος: Η κορφή του βουνού, από τα πυκνά σύννεφα, ήταν αφανής. 2. απαρατήρητος, άσημος (αντίθ. επιφανής): Ήταν ένας αφανής δικηγόρος της Αθήνας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀφανῆς — ἀφανέω fail to put in an appearance pres ind act 2nd sg (doric aeolic) ἀφανής unseen masc/fem acc pl (attic epic doric) ἀφανής unseen masc/fem nom/voc pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφάνης — ἀ̱φάνης , ἀφανέω fail to put in an appearance imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) ἀφανέω fail to put in an appearance imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφανῆ — ἀφανής unseen neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἀφανής unseen masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἀφανής unseen masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφανέστερον — ἀφανής unseen adverbial comp ἀφανής unseen masc acc comp sg ἀφανής unseen neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφανεστάτων — ἀφανής unseen fem gen superl pl ἀφανής unseen masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφανεστέραις — ἀφανής unseen fem dat comp pl ἀφανεστέρᾱͅς , ἀφανής unseen fem dat comp pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφανεστέρων — ἀφανής unseen fem gen comp pl ἀφανής unseen masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφανέα — ἀφανής unseen neut nom/voc/acc pl (epic ionic) ἀφανής unseen masc/fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.